εύφορος

εύφορος
-η, -ο (ΑΜ εὔφορος, -ον)
παραγωγικός, γόνιμος, καρποφόρος, πολύκαρπος («εἰ τὸν ἀγρὸν ἔμελλες ἐγκωμιάζων εὔφορον ποιεῑν», Πλούτ.)
μσν.-αρχ.
1. (για άνεμο) ευνοϊκός
2. αυτός τον οποίο υπομένει κάποιος εύκολα, ο υποφερτός («ἔσχεν Θεαῑος εὐφόρων λάθαν πόνων», Πίνδ.)
αρχ.
1. αυτός που φέρεται ή μεταφέρεται εύκολα, ο ελαφρός, ο ευκολομεταχείριστος («εὐφορώτατα ὅπλα», Λουκιαν.)
2. (για πηλό) εύπλαστος, μαλακός
3. (για κρασί) αυτός που πίνεται εύκολα)
4. (για αρρώστια) αυτός που εξαπλώνεται, που μεταδίδεται εύκολα
5. (για πρόσ.) επιρρεπής σε κάτι
6. (για σώμα) ενεργητικός, δραστήριος, εύρωστος («ἔνιοι δὲ ζῶσι καὶ εἴκοσιν ἔτη καὶ ἔτι πλείω, ἐὰν εὔφορον ἔχωσι τὸ σῶμα», Αριστοτ.)
7. ο ικανός να κάνει χαριτωμένες κινήσεις («χρὴ ὀρχεῑσθαι τὸν μέλλοντα εὐφορώτερον τὸ σώμα ἕξειν», Ξεν.)
8. ο πλούσιος, αυτός που αφθονεί σε κάτι («πόλις εὔφορος πρὸς ἀνδρῶν ἀρετήν», Διον. Αλ.)
9. ο ικανός να κάνει κάτι εύκολα.
επίρρ...
εὐφόρως (Α)
1. με υπομονή, καρτερικά («εὐφορώτερον φέρειν», Ιπποκρ.)
2. εύκολα («εὐφόρως καὶ μετὰ ῥᾳστώνης ἐνεργεῑν», Φίλ.)
3. φρ. «εὐφόρως (ἔχω)» — αισθάνομαι καλύτερα, είμαι σε καλή κατάσταση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -φορος (< φέρω), πρβλ. παρά-φορος, φαρετρή-φορος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • εὔφορος — well masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύφορος — η, ο αυτός που παράγει πολλά, γόνιμος, καρποφόρος: Εύφορη περιοχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐφορώτερον — εὔφορος well masc acc comp sg εὔφορος well neut nom/voc/acc comp sg εὔφορος well adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορωτάτων — εὔφορος well fem gen superl pl εὔφορος well masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορώτατα — εὔφορος well adverbial superl εὔφορος well neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορώτατον — εὔφορος well masc acc superl sg εὔφορος well neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφόρως — εὔφορος well adverbial εὔφορος well masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔφορον — εὔφορος well masc/fem acc sg εὔφορος well neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορωτάτη — εὔφορος well fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφορωτάτην — εὔφορος well fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”